Δεν ήταν απλά ένα βασίλειο. Ήταν μια πληγή στη μέση της ερήμου, ένα σύνορο που οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν να γιατρέψουν. Το Κους, στη γη που σήμερα λέγεται Σουδάν, είχε πυραμίδες
περισσότερες κι από την ίδια την Αίγυπτο. Εκεί, γύρω στο 40 π.Χ., μια γυναίκα ανέβηκε στον θρόνο που μύριζε ακόμα αίμα. Την έλεγαν Αμανιρένας.Δεν ήταν όμορφη με τον τρόπο που οι ποιητές της Ρώμης τραγουδούσαν για την Κλεοπάτρα. Το πρόσωπό της ήταν χαραγμένο από τον άνεμο της Σαχάρας και μια παλιά ουλή έκλεινε για πάντα το αριστερό της μάτι – ένα βέλος σε κάποια ξεχασμένη μάχη της το είχε σκοτώσει. Όταν ο άντρας της, ο βασιλιάς Τεριτέκας, έπεσε μαχόμενος, η αυλή περίμενε θρήνους. Αντ' αυτών, η Αμανιρένας σήκωσε το σπαθί του.
«Εδώ μέσα», είπε στους συμβούλους της που έτρεμαν, «δεν χρειάζεται πέπλο. Χρειάζεται κράνος».
Η Ρώμη όμως δεν φοβόταν εύκολα. Ήταν η ακρογωνιαία λίθος του κόσμου. Οι λεγεώνες του Αυγούστου δεν είχαν γνωρίσει ήττα. Μόλις είχαν καταπιεί την Αίγυπτο, και τώρα τα βλέμματά τους γύρισαν νότια, προς τον πλούτο του Κους. Το 25 π.Χ., ο έπαρχος Πετρώνιος όρμησε σαν τυφώνας. Έκαψε την ιερή πόλη Νάπατα. Λεηλάτησε τα ιερά της. Και χειρότερα απ' όλα: άρπαξε τα αγάλματα των θεών και των προγόνων, ανάμεσά τους και το άγαλμα του γιου της Αμανιρένας, του Ακινιδάντ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου